Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Οι γυναίκες του μπαμπασού


Στη βορειοδυτική Βραζιλία, στα όρια της Αμαζονίας, εκτείνεται σε έκταση 185.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων (σχεδόν μιάμιση φορά η έκταση της Ελλάδας) ένα τεράστιο δάσος ενός ενδημικού είδους κοκοφοίνικα, του μπαμπασού (babaçú). Το δέντρο αυτό αποτελεί το κύριο βιοποριστικό μέσο για περίπου 350.000 ανθρώπους στις τέσσερις βραζιλιάνικες πολιτείες όπου εκτείνεται το δάσος. Από το «δέντρο της ζωής», όπως το αποκαλούν, δεν αφήνουν τίποτα να πάει χαμένο: με τα κλαδιά και το φύλλωμα χτίζουν κατοικίες, το κέλυφος του καρπού χρησιμοποιείται ως καύσιμο, το εσωτερικό του καρπού αποξηραίνεται και παράγει ένα ιδιαίτερα θρεπτικό τρόφιμο. Και όχι μόνο: το μπαμπασού έχει για τους ανθρώπους που ζουν από αυτό 49 διαφορετικές χρήσεις. Όμως, τη μεγαλύτερη αξία την έχει ο πυρήνας του καρπού (τα 4-5 μεγάλα «κουκούτσια» που περιέχει), καθώς το λάδι του διαθέτει πολύ αξιόλογες ιδιότητες. Χρησιμοποιείται για την παραγωγή φυσικών λιπαντικών, απορρυπαντικών και καλλυντικών, ενώ έχει υψηλή διατροφική και ενεργειακή (ως καύσιμο) αξία.

Η αξιοποίηση του μπαμπασού είναι μια παράδοση αιώνων στην περιοχή και μια καθαρά «γυναικεία υπόθεση». Αποτελώντας οργανικό κομμάτι της οικολογίας του δάσους, οι γυναίκες συλλέγουν τους καρπούς αφού πέσουν μόνοι τους στο έδαφος και στη συνέχεια τους σπάνε με επιδέξια χτυπήματα με τις ματσέτες. Η τέχνη αυτή, δηλαδή το πώς σπάνε τον καρπό δίχως να καταστρέφουν τον πυρήνα, μεταδίδεται από μητέρα σε κόρη και είναι ιδιαίτερα δύσκολο να την αντικαταστήσει κάποια μηχανή. Για τις «γυναίκες που σπάνε το μπαμπασού» («quebradeiras de coco babaçú», όπως τις αποκαλούν στα πορτογαλικά), πέρα από κουλτούρα ζωής, η επεξεργασία του καρπού αποτελεί και βασική οικονομική δραστηριότητα. Πουλώντας τον πυρήνα του καρπού στους τοπικούς μεσάζοντες αποκτούν κάποιο εισόδημα, το οποίο, παρότι πενιχρό, καλύπτει ανάγκες δικές του και των οικογενειών τους. Πρόκειται, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, για άκληρες και πολύ φτωχές οικογένειες, απόγονοι των σκλάβων που δούλευαν στις τεράστιες φυτείες της Βραζιλίας την περίοδο της αποικιοκρατίας.




Τη δεκαετία του ’80, οι γυναίκες του μπαμπασού, πέρα από τις συνθήκες ακραίας φτώχειας όπου ήδη ζούσαν, ήρθαν αντιμέτωπες και με τη λογική της «ισχυρής ανάπτυξης», που απειλεί την ίδια τους την ύπαρξη. Η κατασκευή ενός μεγάλου αυτοκινητόδρομου, εκτός από την καταστροφή που προξένησε σε σημαντική έκταση του δάσους, άνοιξε τον δρόμο και στα επιχειρηματικά σχέδια. Μεγάλες εκτάσεις, που παραδοσιακά δεν ανήκαν σε κανέναν, παραχωρήθηκαν σε γαιοκτήμονες και μεγάλες επιχειρήσεις (ακόμα και πολυεθνικές) προς εκμετάλλευση. Καθώς το μπαμπασού δεν προσφέρεται για μεγάλης κλίμακας ούτε για βιομηχανοποιημένη αξιοποίηση, αυτό σημαίνει την καταστροφή του δάσους και μαζί των ζωών εκατοντάδων χιλιάδων οικογενειών που συμβιώνουν με αυτό.

Απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο, οι γυναίκες του μπαμπασού άρχισαν να οργανώνουν την αντίστασή τους. Δεν αναγνώρισαν την ιδιοκτησία των γαιοκτημόνων και συνέχισαν να συλλέγουν τον καρπό. Ήρθαν αντιμέτωπες με τους ένοπλους μισθοφόρους των γαιοκτημόνων και, παρά τις ανθρώπινες απώλειες, δεν έκαναν πίσω. Σε πολιτικό επίπεδο, οργανώθηκαν σε κατά τόπους ενώσεις, ασκώντας πίεση για την προστασία του δάσους και το δικαίωμά τους σε αυτό, αλλά και σε ένα ενιαίο κίνημα, το Διαπολιτειακό Κίνημα των Γυναικών του Μπαμπασού (MIQCB), με δράση σε εθνικό επίπεδο. Άρχισαν, επίσης, να σχηματίζουν παραγωγικούς συνεταιρισμούς, ώστε να αποκτήσουν από κοινού πρόσβαση σε υποδομές και να διαπραγματεύονται καλύτερες τιμές για τα προϊόντα τους.

Μετά από είκοσι χρόνια οργάνωσης και αγώνα, οι γυναίκες του μπαμπασού έχουν καταφέρει πολλά. Έχουν αποτρέψει, σε μεγάλο βαθμό, την καταστροφή του δάσους, ενώ όλο και περισσότεροι δήμοι και επαρχίες της περιοχής επικυρώνουν νόμους που απαγορεύουν την κοπή των δέντρων και διασφαλίζουν την πρόσβαση των γυναικών, ακόμα και σε περιοχές που ανήκουν στους γαιοκτήμονες. Παράλληλα, προωθούν δυναμικά μια καμπάνια, με τίτλο «Babaçú Libre» (ελεύθερο μπαμπασού), ώστε τα παραπάνω να κατοχυρωθούν σε εθνικό επίπεδο με νόμο του κράτους. Φτιάχνουν καινούργιους συνεταιρισμούς και συμμετέχουν σε δίκτυα αλληλέγγυου εμπορίου, τόσο βραζιλιάνικα όσο και διεθνή. Είναι χαρακτηριστικό ότι η μέση τιμή που πληρώνουν οι μεσάζοντες για ένα κιλό πυρήνα μπαμπασού είναι 10 σεντς του δολαρίου, ενώ οι συνεταιρισμοί καταφέρνουν να το πωλούν σε εξαπλάσια τιμή (60 σεντς το κιλό). Γίνεται, επίσης, προσπάθεια σχηματισμού μεγαλύτερων ενώσεων, οι οποίες, πέρα από την εξασφάλιση αγοράς για τα προϊόντα, θα συντονίζουν λειτουργίες όπως εκπαίδευση, υγεία και γενικότερες υποδομές των κοινοτήτων που ζουν με και από το μπαμπασού.


(περισσότερα στο σπόρο)

6 σχόλια:

  1. Όλα προς ξεπάστρεμα.
    Βλέπεις,ο πολιτισμός μας κρατάει όσο έχουμε ρεύμα στις πρίζες μας.
    Οι περισσότεροι δεν ξέρουν καν αυτό που τρώνε από που προέρχεται.Δεν ξέρουν να καλιεργούν να μαζέυουν την σοδειά μερικοί ούτε να μαγειρέυουν.

    Για μένα οι γυναίκες του μπαμπατσού ζούν στην ιδανική κοινωνία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το θαυμαστό είναι ότι παρά τη φτώχεια και την αμορφωσιά (υποθέτω) κατάφεραν να διεκδικήσουν τη δουλειά που τους δίνει ζωή και μάλιστα να κερδίσουν τους πολύ ισχυρότερους γαιοκτήμονες!

    Σπουδαίες οι γυναίκες του μπαμπασού.
    Καλημέρα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. @tikto
    δεν ξέρω αν πρόκειται για την ιδανική κοινωνία, σίγουρα όμως είναι ένα καλό δείγμα για το τι μπορεί να καταφέρει η αλληλεγγύη και ο κοινός στόχος. Αξίες προ πολλού διεγραμμένες από τις δικές μας "αναπτυγμένες" κοινωνίες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. @Margo
    πράγματι σπουδαίες. Κι η ιστορία τους μια χαραμάδα από φως στους σκοτεινούς καιρούς μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ξεστραβωθήκαμε και σήμερα
    Thanks :)



    YΓ Τυχερές γυναίκες. Δεν ξέρουν τι πάει να πει σιδερώστρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. @φοραδίτσα
    γιου αρ ουελκαμ:)

    ΥΓ: Ο παραδείσος επί της γης :))

    ΑπάντησηΔιαγραφή