Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

Προορισμός: Ικαρία


Υπάρχουν κάποιοι τόποι που με τρόπο ανερμήνευτο – σχεδόν μαγικό – έρχονται τόσο κοντά στο ύφος και στην ένταση της ψυχής μας, που καταλήγουν να γίνουν το ζωντανό σκηνικό των μυστικών και ανομολόγητων φευγιών της.
Πόσο μάλλον σαν είναι καλοκαίρι κι οι φόβοι ξεθωριάζουν στ’ ολάνοιχτα παράθυρα κι οι πόθοι κάτι κλέβουν απ’ του ήλιου το πύρωμα.

Θα ‘ναι κάπου 19 χρόνια όταν πρωτοξεκίνησα για την Ικαριά – από τα πρώτα μου μοναχικά ταξίδια.

Σαν τώρα θυμάμαι που το συζήτησα με έναν θείο μακρινό. Αριστερό και με ζωή χαρμάνι που φτιάχτηκε στις εξορίες.
Με το που άκουσε για το νησί η ματιά του θόλωσε και φάνηκε ολάκερος να ταξιδεύει. Με πήρε αγκαλιά και με δάκρυα να κυλούν τον άκουσα να λέει: «Αχ και να μπορούσα να σου πω τι είναι η Ικαριά μέσα στην καρδιά μου… Είναι το απρόσμενο χέρι που απλώνει να χαϊδέψει…»
Συγκινήθηκα – μου διηγήθηκε όλη την ιστορία της εξορίας του εκεί – αλλά δεν έπαψα να κρατώ τα λόγια του ως υπερβολικά και την ευαισθησία του να εξιδανικεύει.


Το ταξίδι για το νησί μακρύ. Μέσα από θάλασσα θυμωμένη και ατίθαση. Όσο για την άφιξη, νυχτερινή. Με εκείνη την επιφυλακτική και στομωμένη εντύπωση που σου αφήνει ο άγνωστος ο τόπος όταν τον βρίσκεις σε σκοτάδι.

Από την μέρα την επόμενη άρχισα να διαβαίνω το νησί. Κι όσο κι αν το είχα πάρει για υπερβολή, η ματιά μου όλο κοίταζε στο γύρω για να βρει «το χέρι που απλώνει να χαϊδέψει».






 Και απρόσμενα – όπως μου είχε ειπωθεί – το συνάντησα. Σε ώρα μεσημεριανή, καυτή απ’ τον ήλιο και τη δίψα.
Εγώ πάνω στην συκιά, να κλέβω σύκα κι ο μπαρμπα – Νίκος με ένα ξύλο στο χέρι να απειλεί θεούς και δαιμόνους που έπιασε κλέφτη στο δέντρο του.
Κατέβηκα και μόλις είδε πόσο τρομαγμένη ήμουν παρατά το ξύλο και σχεδόν σπρώχνοντάς με , με πάει δίπλα στο μικρό σπιτάκι του.
Με κέρασε σύκα πλυμένα και δροσερά, ψωμί με μέλι και τσίπουρο – από το αμπελάκι του λίγο παρακάτω. Μου μίλησε για τη ζωή του, για την κυρά του – που έλειπε στον γιατρό στον Άγιο (Κήρυκο) – για τις χαρές, τις λύπες του, μα κυρίως για τα πανηγύρια του τόπου του – εκεί όπου άλλωστε αγάπησε και την καλή του.

Στο τέλος, νύχτα πια, αφού βεβαιώθηκε ότι είχα μέρος για να μείνω, με φόρτωσε με μια σακούλα σύκα και δυο μπουκάλια από το «δικό του» το τσίπουρο και μου 'πε πως όποτε το θελήσω να πάω να τον ξαναβρώ, να γνωρίσω και την κυρά…


Οι υπόλοιπες μέρες μου κυλήσαν όμορφα.  Γυρνούσα ολημερίς από τους εντυπωσιακούς βράχους στους γουργουριστούς καταρράκτες του νησιού κι ολοβραδίς στα φημισμένα πανηγύρια του.

Παντού όπου κι αν πήγα, σε όποιο σπίτι που αντίκριζε την θάλασσα ένας καθρέφτης στεκόταν κρεμασμένος απ’ έξω. Υπέθεσα καλλωπισμό, μα πόσο έξω έπεσα…


Μπορεί η άφιξη να ήταν νυχτερινή, η αναχώρηση όμως ήταν κάθετα στο μεσημέρι.
Καθώς το πλοίο ξεκίνησε κι άρχισε να πλέει κατά μήκος του νησιού εκατοντάδες λάμψεις άρχισαν να αστραφτούν στις πλαγιές του. Ο καπετάνιος αφήνει τη ρότα του, ζυγώνει στη ξέρα όπου αστραποβολήματα τυφλώνουν στον μεσημεριανό ήλιο και κάνει σινιάλο με την μπουρού του πλοίου. Σφυράει τρεις …και πάλι τρεις … και ξανά τρεις.
Μα τι γίνεται;
Ζυγώνω κάποιον που φαίνεται για ντόπιος.
-«Είναι έθιμο, δεν το ξέρεις; Από τότε που ήταν οι εξόριστοι εδώ. Τα σπίτια που βλέπουν θάλασσα είχαν καθρέφτες Και οι άνθρωποι με φωτεινά σήματα έστελναν μηνύματα στα πλοία για τους δικούς τους. Όταν οι καπεταναίοι έπαιρναν το μήνυμα απαντούσαν αντίστοιχα με την μπουρού του πλοίου»

Περάσαν χρόνια. Στην Ικαριά επέστρεψα αρκετές φορές. Αν και το να μην χαθώ δεν το κατάφερα τελικά.

Η τελευταία φορά που την συνάντησα, πέρσι το καλοκαίρι. Παρέα με  άνθρωπο που αγαπώ πολύ. Για να του δείξω τον τόπο που μπήκε στην καρδιά μου.
Για μια ακόμα φορά, όταν το πλοίο αρχίζει να πλέει κατά μήκος του νησιού, ο καπετάνιος αφήνει την ρότα του, ζυγώνει στην στεριά και στέλνει χαιρετισμό στις λάμψεις που ποτέ δεν έπαψαν να προσμένουν το κατάρτι στον ορίζοντα.

Δυο μάτια με κοιτάξαν με απορία μην μπορώντας να καταλάβουν τι συμβαίνει. Κι όταν εξήγησα είδα για μια ακόμα φορά βλέμμα βουρκωμένο να ταξιδεύει στους βράχους ετούτου του νησιού….

Έτσι τον ελάτρεψα τον τόπο ετούτο τον θαλασσινό. Βουνίσια εγώ, ως το κόκκαλο. Έχοντας για θησαυρό πολύτιμο το ανυπόταχτο και το άγριο των ανθρώπων που ζουν παρέα με τα βράχια και την μοναξιά, καταλαβαίνω πως θησαυρός τελικά, ειν’ ο ανοιχτός ορίζοντας, μα πάνω απ’ όλα η λεύτερη και καθαρή καρδιά.



3 σχόλια:

  1. πολύ όμορφο..:-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πόση πίκρα θα έχει καταπιεί και γιατρέψει το χώμα του νησιού αυτού και τόσων άλλων ακόμα.

    Ο τόπος πονάει μαζί με τους ανθρώπους που τον πατούν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. @B.Bimbo
    Συμφωνώ. Και δεν θα μπορούσα να κάνω αλλιώς αφού το μέρος το αγαπώ πολύ!

    @Συνοδοιπόρε
    Κι αν σταθείς ν' αφουγκραστείς τον τόπο μπορεί και να σου πει τα μυστικά του...
    Αν και διαφορετικοί τόποι φιλιώνουν με διαφορετικούς ανθρώπους...

    ΑπάντησηΔιαγραφή