Τετάρτη 5 Μαΐου 2010

...κι η Αριάδνη έχει μπερδευτεί...


...μια πλαστική ανέμισες σημαία
πίστεψες σ' έναν άγνωστο θεό
κρέμασες το μυαλό σε μια κεραία
ειδήσεις σήριαλ και τσίμπλα rock...

...πάρε τηλέφωνο τη μοναξιά σου
ή βγες ξανά στους δρόμους της φωτιάς...
(Δ. Βάρος - "Ηλεκτρικος Θησέας" )


Κυριακή 2 Μαΐου 2010

από ψηλά

Μια φορά κι έναν καιρό  - λέμε τώρα προς χάριν της συζήτησης και για να μπορέσουμε να συννενοηθούμε, καθότι τόσο η "φορά" όσο και ο "καιρός", αν πετύχεις κανέναν απ' αυτούς τους μεγαλοσοφούς του καιρού μας σίγουρα θα σε διαβεβαιώσει ότι ουδέποτε υπήρξαν.  

Αυτή τη φορά λοιπόν κι αυτόν τον καιρό (που αν ήταν καλός ή κακός θα σε γελάσω) κάποιος ή κάτι για τους εντελώς δικούς του λόγους είπε "δε φτιάχνω ένα σύμπαν έτσι  εκεί πέρα.... να το 'χω να πορεύομαι"


Και το σύμπαν εγένετο....  
Κι όχι κουβέντα δεν έχω να πω. Βγήκε με τα όλα του.  

Τι γαλαξίες, 


 τι νεφελώματα, 


τι κβάζαρ, 



τι πάλσαρ,
 

 τι ηλιακά συστήματα, τι μαύρες τρύπες.... 


Ώπα!! τα δυο τελευταία θα μπορούσαμε και να τα αποφύγουμε.  Τόσο τα συστήματα όσο και τις τρύπες τις μαύρες και τις άραχλες.  
Διότι εκεί του μάστορα αρχίσαν και του μπαίνανε ιδέες.
Και κοίταξε τώρα να δεις ανάμεσα στα άλλα τι πήγε κι έφτιαξε...


Ναι ναι για κοίταξε καλύτερα κάπου εκεί είσαι κι εσύ, είμαι κι εγώ και δυστυχώς όχι οι δυό μας μόνο. Παρέα είμαστε με ότι δημιουργήσαμε.....

ΥΓ: μην υποπτευτώ μόνο ότι τρόικες, νομισματικά ταμεία, φράγκα, οίκοι αξιολόγησης και τα ρέστα δεν είναι αποκλειστικά γήινο προνόμιο....


Κυριακή 4 Απριλίου 2010

φοβάμαι....

Είναι κάτι φόβοι... ύπουλοι, δίχως ήχο με γεύση μεταλλική. 
Όσο βίαια, τόσο και γλυκά βρίσκεις τον εαυτό σου να μετράει τον δρόμο τους με βήμα, που  άραγε  αναγνώρισες ποτέ να'ναι δικό σου;
Κι ήταν το χέρι που απλώθηκε για συντροφιά, να σφίξει την παλάμη σου; 
εσένα έψαχνε ή κι αυτό γέννημα του φοβιού σου; 
ή ακόμα πιο πολύ μήπως το χέρι το παράσφιξες τσακίζοντας ότι φοβήθεις να μη χάσεις;



"Φοβάμαι τη μέρα, φοβάμαι το φως
το ψόφιο το βλέμα του δημοσίου
φοβάμαι τους δρόμους που γεννούν οδηγούς
κι εκείνους που έχουν εικόνα οσίου

Φοβάμαι τη μάνα και τον αδερφό
κι όσους μοιράζουν σαφείς οδηγίες
φοβάμαι τις θειάδες μου τις Κυριακές
γαμώτο, και του πατέρα μου τις αγωνίες

Δες ο κόσμος αυτός που βαδίζει σκυφτός
δεν ακούει, δεν κοιτά και σωπαίνει
ίσως κάποια στιγμή να θελήσει να πει
την καρδιά του ποιος φόβος βαραίνει

Φοβάμαι τις πρώτες ρυτίδες των άλλων
κι εκείνους που λένε δε θέλω να χάνω
μα απ' όλα φοβάμαι - στο λέω - πιο πολύ
όλους όσους με σπρώχνουν να πάω πιο πάνω

Φοβάμαι κι εσένανε που μ' αγαπάς
όταν μια μέρα τα μάτια θα ανοίξεις
μήπως μ' αλλάξεις μη μ' αρνηθείς
μα μωρό μου πιο πολύ φοβάμαι μήπως με πνίξεις

Και φοβάμαι κι αυτούς και φοβάμαι τους άλλους
και φοβάμαι τα οικεία και φοβάμαι τα ξένα
τους μικρούς τους φοβάμαι αλλά και τους μεγάλους
μα στο λέω πιο πολύ φοβάμαι εμένα"




Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010

"ποιός είδε κράτος λιγοστό..."


Ποιός είδε κράτος λιγοστό
σ’ όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;
Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά’χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;
Νά’χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;


(Γ. Σουρής)

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

ναι ρε γυρίσαμε...


Όχι ότι φύγαμε κιόλας δηλαδή…

Είναι βλέπεις και κάποιοι γυρισμοί που γίνονται έτσι χωρίς να χρειαστεί να ταξιδέψεις.  
Που επιστρέφεις χωρίς να έχεις κουνήσει ρούπι.

Δεν ξέρεις από πού, δεν ξέρεις το πως  κι ούτε ποτέ σου θυμάσαι να στήθηκες πουθενά να βγάλεις εισιτήριο.  Αυτό κάποιος άλλος στο ‘βγαλε.Με δικά σου όμως λεφτά - στα βούτηξε απ’ την τσέπη σου όταν εσύ κοιμόσουν ή όταν έκανες ότι κοιμόσουν.

Και κοίτα τώρα να δεις πράμα περίεργο…
να σου ‘χει μείνει ο γυρισμός, μα το ταξίδι χαμένο να το έχεις.  
 
Ακούς και τον ποιητή να λέει «..ευτυχισμένος που ‘κανε το ταξίδι του Οδυσσέα…»
Αλήθεια ποιο ταξίδι; της καρδιάς ; του μυαλού; του κορμιού;

Ή μήπως το άλλο που σε έπεισε πως μόνο μοναχός σου πρέπει να ταξιδεύεις

ξεχνώντας

πως αν δεν το σφίξεις το χέρι που είναι δίπλα σου θα 'ναι λες κι η ψυχή ποτέ της ταξίδι να μην πήγε
και πως για εισιτήριο δεν έχεις παρά μονάχα τα ποδάρια σου κι όπου αυτά σε βγάλουν, σα θες τη διαδρομή εσύ να την ορίσεις, χλευάζοντας τους όποιους χαρτογράφους….

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010

αυτή είναι μια χαρούμενη ανάρτηση...

και για όποιον δεν κατάλαβε.... ναι αυτή είναι μια χαρούμενη ανάρτηση.
για την ακρίβεια χαζο-χαρούμενη...
που κάνει πανηγύρι με τον κώλο της....
γιατί; γιατί έτσι... ωχού μωρ' αδερφάκι μου πρέπει καλά και σώνει να υπάρχει λόγος;
πρέπει ε;  καλά καλά μην γκρινιάζεις...
υπάρχει λόγος και μάλιστα όχι ένας αλλά πολλοί.
κοίτα...


...σαν βγω απ΄την πόρτα μου κι οι λακούβες στη μέση του δρόμου ξάφνου μου κλείνουν το μάτι


...σαν περπατώντας πέσω πάνω σε φασαριόζους πιτσιρικάδες


...ή σ' άλλους που είδαν κι απόειδαν απ΄τον θυμό του έρωτα


...σαν συναντήσω και μερικούς που δεν ψάχνουν και κανένα λόγο ιδιαίτερο για να μου φωνάξουν
"ναι ρε σκάω από χαρά, έχεις κανένα πρόβλημα;"



...κι όταν ο ουρανός επιτέλους είπε να μου κάνει το χατήρι και να λάμψει εκεί στο φόντο, αφήνοντας ψίθυρο στοργικό στ' αυτί, πως τα κλαριά μπορεί να φαίνονται ξέρα... μα μέσα τους κρατούνε μυστικά τους χυμούς μας όλους


...όταν οι παπαρούνες παραμένοντας πιστές, θυμήθηκαν και φέτος πως κάτι έχουνε να κάνουν



...κι όταν τέλος απ' το περπάτημα ετούτο εκουράστηκα και βρήκα και παγκάκι ευγενικά και γενναιόδωρα για να με ξεκουράσει


ε...... τότε ναι εγώ θα κάνω πανηγύρι με τον κώλο μου.....

τι πάλι περίεργα με κοιτάς; δεν πείστηκες;

σκασίλα μου. ούτως ή άλλως το πανηγύρι ετούτο έχει χρήση αποκλειστικά ιδιωτική....

βάζω κι εγώ τα χέρια μου στις τσέπες , πιάνω το τραγούδι και συνεχίζω...


Κυριακή 7 Μαρτίου 2010

αφήγηση

Βρέθηκα σήμερα να περπατώ στη βροχή.  Τυλιγμένη στο πανωφόρι μου με την κουκούλα σηκωμένη και τα χέρια στις τσέπες.

Στην αρχή έκανα να βιαστώ αλλά μετά άρχισα να χαίρομαι το ψιλόβροχο που μου έβρεχε το πρόσωπο, θυμίζοντάς μου πως η μόνη πραγματικότητα τελικά είναι εκείνη στην οποία εμείς στρέφουμε το βλέμα.

Μια χούφτα στίχοι:

"Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας
Κανεὶς δὲν ξέρει νὰ πεῖ γιατί
Κάποτε νομίζουν πὼς εἶναι οἱ χαμένες ἀγάπες
Σὰν κι αὐτὲς ποὺ μᾶς βασανίζουνε τόσο
Στὴν ἀκροθαλασσιὰ τὸ καλοκαίρι μὲ τὰ γραμμόφωνα

Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι φροντίζουν τὶς δουλειές τους
Ἀτέλειωτα χαρτιὰ παιδιὰ ποὺ μεγαλώνουν
Γυναῖκες ποὺ γερνοῦνε δύσκολα
Αὐτὸς ἔχει δυὸ μάτια σὰν παπαροῦνες
Σὰν ἀνοιξιάτικες κομμένες παπαροῦνες
Καὶ δυὸ βρυσοῦλες στὶς κόχες τῶν ματιῶν

Πηγαίνει μέσα στοὺς δρόμους ποτὲ δὲν πλαγιάζει
Δρασκελώντας μικρὰ τετράγωνα στὴ ράχη τῆς γῆς
Μηχανὴ μιᾶς ἀπέραντης ὀδύνης
Ποὺ κατάντησε νὰ μὴν ἔχει σημασία

Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ μιλᾶ μοναχὸ καθὼς περνοῦσε
Γιὰ σπασμένους καθρέφτες πρὶν ἀπὸ χρόνια
Γιὰ σπασμένες μορφὲς μέσα στοὺς καθρέφτες
Ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συναρμολογήσει πιὰ κανεὶς
Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ λέει γιὰ τὸν ὕπνο
Εἰκόνες φρίκης στὸ κατώφλι τοῦ ὕπνου
Τὰ πρόσωπα ἀνυπόφορα ἀπὸ τὴ στοργή

Τὸν συνηθίσαμε εἶναι καλοβαλμένος κι ἥσυχος
Μονάχα ποὺ πηγαίνει κλαίγοντας ὁλοένα
Σὰν τὶς ἰτιὲς στὴν ἀκροποταμιὰ ποὺ βλέπεις ἀπ᾿ τὸ τρένο
Ξυπνώντας ἄσχημα κάποια συννεφιασμένη αὐγὴ

Τὸν συνηθίσαμε δὲν ἀντιπροσωπεύει τίποτα
Σὰν ὅλα τὰ πράγματα ποὺ ἔχετε συνηθίσει
Καὶ σᾶς μιλῶ γι᾿ αὐτὸν γιατί δὲ βρίσκω τίποτα
Ποὺ νὰ μὴν τὸ συνηθίσατε
Προσκυνῶ"

(Γ.Σεφέρης)

και από ένα παράθυρο ένα τραγουδάκι που σαν χάδι ταξίδεψε στον αέρα.  
Και σαν ευχή...