Σάββατο 4/4/2009 βράδυ, προς Κυριακή. Μια παρέα μαθητών Λυκείου (δυο της Α’, ένας της Β’ και δυο της Γ’ τάξης) βαδίζουν προς Ομόνοια, για να πάρουν το μετρό. Φτάνοντας στην πλατεία Κοτζιά, ακούνε σειρήνες και βλέπουν 4-5 περιπολικά να καταφθάνουν και να κάνουν το γύρο της πλατείας.
Τα παιδιά δε δίνουν σημασία και συνεχίζουν να προχωρούν. Μεταξύ των οδών Λυκούργου – Σταδίου – Αιόλου, τους περικυκλώνουν τα περιπολικά. Σταματούν, πετάγονται έξω αστυνομικοί και αρχίζουν να φωνάζουν στα παιδιά «κάτω κάτω». Τα υποχρεώνουν να καθήσουν κάτω στο δρόμο. Το ίδιο και άλλους δυο νεαρούς που περπατούσαν πιο πέρα. Τα παιδιά ξαφνιάζονται. Ρωτούν τι συμβαίνει. Καμμια απάντηση. Μετά από λίγο οι αστυνομικοί τους λένε να σηκωθούν με τα χέρια πίσω. Τους περνάνε χειροπέδες!!! Μα τι έκαναν; Αναρωτιούνται. Περπατούσαν στο δρόμο. Είναι έγκλημα αυτό; Απαγορεύεται το περπάτημα;
(αναλυτικότερα στο Ουρανία Χιουρέα- σχολική σύμβουλος)
Παρασκευή 10 Απριλίου 2009
Πέμπτη 9 Απριλίου 2009
Έγινα blogger και μου αρέσει

Χα! Σε τσάκωσα! Για να πέφτει το μάτι σου σε αυτές τις γραμμές σημαίνει ότι κι εσύ ανήκεις – τρόπον τινά - στον σκοτεινό, υποχθόνιο και δολοπλόκο κόσμο του ίντερνετ. Ή ακόμα χειρότερα σε εκείνον των blogs.
Άσε που προχθές που έβρεχε σε είδα εγώ…. φορούσες και κουκούλα….
Πόσο όμως χαίρομαι που υπάρχεις, που έχεις φωνή, που έχεις άποψη - από το πώς ανοίγουν φύλλο για σπανακόπιτα μέχρι την υπαρξιακή διάσταση της διαστολής του σύμπαντος.
Που δεν κωλώνεις να πεις «δεν σε γουστάρω ρε».
Που μπορείς να φωνάζεις για τα δίκια και τ’ άδικά σου.
Που μπορείς να κάνεις χαβαλέ και να γελάς με την παράνοια της ζωής σου.
Που μοιράζεσαι στιγμές μικρές απ’ τη ρουτίνα σου μα και μεγάλες και καθοριστικές για την ζωή σου.
Και που σε όλα αυτά με θέλεις για παρέα.
Όταν ξεκίνησα τούτο το blog το είχα σαν σημειωματάριο. Ποτέ δεν πίστεψα ότι θα το δει άνθρωπος. Κόντεψα να πέσω τ’ανάσκελα - σαν τον Ραν Ταν Πλαν ένα πράμα - όταν αντιλήφθηκα ότι είχα έναν αναγνώστη.
Κάποιον άλλον δηλαδή – ούτε φίλο, ούτε γνωστό - που μπορούσα να του πω αυτά που εγώ είχα στο ξερό μου το κεφάλι. Που μπορούσε να μου αντιπαρατεθεί όπως κι εγώ επίσης.
Ίσως να ήταν η πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια που θυμήθηκα ότι η δημο-κρατία δεν είναι ούτε η ύπαρξη των 300 ούτε οι εκλογές κάθε 4 χρόνια αλλά το πνεύμα ελεύθερο να μπορεί να εκφραστεί, να οργιστεί, να αυθαδιάσει, να κάνει λάθος, να διεκδικήσει, να ζυμωθεί μέσα από τον τρόπο των άλλων.
Όχι δεν θα πω πως όλα είναι τέλεια, ιδανικά… Η εντροπία άλλωστε φυσικός νόμος είναι και τα πάντα διέπει. Αυτό που όμως θα πω είναι ότι σαν blogger – σαν τυχερός δηλαδή που βρήκα το μέσο για να δια-δηλώσω αυτά που κουβαλάω – δεν είμαι ούτε βόας ούτε κροταλίας.
Αν τώρα θέλουν κάποιοι να μας πείσουν – δυστυχώς πολλές φορές με επιτυχία – ότι η ελευθερία στη σκέψη, στην άποψη και στην διατύπωση είναι η απειλή για την ασφάλεια της κοινωνίας τότε το μόνο που εγώ θα απαντήσω είναι πως και τα τανκς στους δρόμους το ίδιο υποστήριζαν!
Τετάρτη 8 Απριλίου 2009
Ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται...
Τρίτη 7 Απριλίου 2009
Άνευ ειρμού
Είναι από κείνες τις μέρες που όλο και κάτι δεν μου πάει καλά.
Ακαθόριστα.
Ασχημάτιστα.
Θες αυτά που φτάνουν στ΄αυτιά μου, θες ο καιρός που ανοιξιάτικα βάλθηκε να πραγματευτεί κάθε γωνία του γκρι… δεν ξέρω.
Μια θλίψη, ένα πλάκωμα και ταυτόχρονα μια τσαντίλα. Και ένα πελώριο «δεν ξέρω».
Και εγώ αναποφάσιστη για το αν το να νιώθεις βλάκας είναι ευλογία ή κατάρα….
Σήμερα έκανα μια μεγάλη βόλτα στην Αθήνα – κάτι που καιρό είχα να κάνω.
Κοιτούσα γύρω και προσπαθούσα να μην ακούω το μυαλό που τα πάντα ήθελε να ερμηνεύσει και να ταξινομήσει. Από το ανθισμένο λουλουδάκι στο πεζοδρόμιο ως τον μαυρούλη που βιαστικά μάζευε την πραμάτεια του στη θέα του μπάτσου.
Περπατούσα και περπατούσα και προσπαθούσα να αναγνωρίσω σημάδια δικά μου σε γωνιές τούτης της πόλης που σημαδέψαν τη ζωή μου. Δεν ξέρω αν τα βρήκα
Τούτη η πόλη δεν με έχει υιοθετήσει. Το αντίθετο εγώ την βάφτισα δικιά μου – ίσως και με το ζόρι . Με πείσμα θέλω να την κρατάω μέσα μου παρέα με τις παιδικές μου αναμνήσεις.. Με πόρτες ξεκλείδωτες και με τη μάνα μου μονίμως με ένα πιάτο φαί στο χέρι να πηγαίνει σ’ όποιον είχε ανάγκη.
Γλυκανάλατα ρομαντική…. Μπορεί.
Μου λείπει όμως ο καθαρός αέρας. Αυτός που θρέφει την ψυχή.
Ακαθόριστα.
Ασχημάτιστα.
Θες αυτά που φτάνουν στ΄αυτιά μου, θες ο καιρός που ανοιξιάτικα βάλθηκε να πραγματευτεί κάθε γωνία του γκρι… δεν ξέρω.
Μια θλίψη, ένα πλάκωμα και ταυτόχρονα μια τσαντίλα. Και ένα πελώριο «δεν ξέρω».
Και εγώ αναποφάσιστη για το αν το να νιώθεις βλάκας είναι ευλογία ή κατάρα….
Σήμερα έκανα μια μεγάλη βόλτα στην Αθήνα – κάτι που καιρό είχα να κάνω.
Κοιτούσα γύρω και προσπαθούσα να μην ακούω το μυαλό που τα πάντα ήθελε να ερμηνεύσει και να ταξινομήσει. Από το ανθισμένο λουλουδάκι στο πεζοδρόμιο ως τον μαυρούλη που βιαστικά μάζευε την πραμάτεια του στη θέα του μπάτσου.
Περπατούσα και περπατούσα και προσπαθούσα να αναγνωρίσω σημάδια δικά μου σε γωνιές τούτης της πόλης που σημαδέψαν τη ζωή μου. Δεν ξέρω αν τα βρήκα
Τούτη η πόλη δεν με έχει υιοθετήσει. Το αντίθετο εγώ την βάφτισα δικιά μου – ίσως και με το ζόρι . Με πείσμα θέλω να την κρατάω μέσα μου παρέα με τις παιδικές μου αναμνήσεις.. Με πόρτες ξεκλείδωτες και με τη μάνα μου μονίμως με ένα πιάτο φαί στο χέρι να πηγαίνει σ’ όποιον είχε ανάγκη.
Γλυκανάλατα ρομαντική…. Μπορεί.
Μου λείπει όμως ο καθαρός αέρας. Αυτός που θρέφει την ψυχή.
Κυριακή 5 Απριλίου 2009
Ήλιε μου καλοήλιε μου...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




