Κυριακή, 4 Απριλίου 2010

φοβάμαι....

Είναι κάτι φόβοι... ύπουλοι, δίχως ήχο με γεύση μεταλλική. 
Όσο βίαια, τόσο και γλυκά βρίσκεις τον εαυτό σου να μετράει τον δρόμο τους με βήμα, που  άραγε  αναγνώρισες ποτέ να'ναι δικό σου;
Κι ήταν το χέρι που απλώθηκε για συντροφιά, να σφίξει την παλάμη σου; 
εσένα έψαχνε ή κι αυτό γέννημα του φοβιού σου; 
ή ακόμα πιο πολύ μήπως το χέρι το παράσφιξες τσακίζοντας ότι φοβήθεις να μη χάσεις;



"Φοβάμαι τη μέρα, φοβάμαι το φως
το ψόφιο το βλέμα του δημοσίου
φοβάμαι τους δρόμους που γεννούν οδηγούς
κι εκείνους που έχουν εικόνα οσίου

Φοβάμαι τη μάνα και τον αδερφό
κι όσους μοιράζουν σαφείς οδηγίες
φοβάμαι τις θειάδες μου τις Κυριακές
γαμώτο, και του πατέρα μου τις αγωνίες

Δες ο κόσμος αυτός που βαδίζει σκυφτός
δεν ακούει, δεν κοιτά και σωπαίνει
ίσως κάποια στιγμή να θελήσει να πει
την καρδιά του ποιος φόβος βαραίνει

Φοβάμαι τις πρώτες ρυτίδες των άλλων
κι εκείνους που λένε δε θέλω να χάνω
μα απ' όλα φοβάμαι - στο λέω - πιο πολύ
όλους όσους με σπρώχνουν να πάω πιο πάνω

Φοβάμαι κι εσένανε που μ' αγαπάς
όταν μια μέρα τα μάτια θα ανοίξεις
μήπως μ' αλλάξεις μη μ' αρνηθείς
μα μωρό μου πιο πολύ φοβάμαι μήπως με πνίξεις

Και φοβάμαι κι αυτούς και φοβάμαι τους άλλους
και φοβάμαι τα οικεία και φοβάμαι τα ξένα
τους μικρούς τους φοβάμαι αλλά και τους μεγάλους
μα στο λέω πιο πολύ φοβάμαι εμένα"