Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

"ποιός είδε κράτος λιγοστό..."


Ποιός είδε κράτος λιγοστό
σ’ όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;
Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά’χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;
Νά’χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;


(Γ. Σουρής)

Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

ναι ρε γυρίσαμε...


Όχι ότι φύγαμε κιόλας δηλαδή…

Είναι βλέπεις και κάποιοι γυρισμοί που γίνονται έτσι χωρίς να χρειαστεί να ταξιδέψεις.  
Που επιστρέφεις χωρίς να έχεις κουνήσει ρούπι.

Δεν ξέρεις από πού, δεν ξέρεις το πως  κι ούτε ποτέ σου θυμάσαι να στήθηκες πουθενά να βγάλεις εισιτήριο.  Αυτό κάποιος άλλος στο ‘βγαλε.Με δικά σου όμως λεφτά - στα βούτηξε απ’ την τσέπη σου όταν εσύ κοιμόσουν ή όταν έκανες ότι κοιμόσουν.

Και κοίτα τώρα να δεις πράμα περίεργο…
να σου ‘χει μείνει ο γυρισμός, μα το ταξίδι χαμένο να το έχεις.  
 
Ακούς και τον ποιητή να λέει «..ευτυχισμένος που ‘κανε το ταξίδι του Οδυσσέα…»
Αλήθεια ποιο ταξίδι; της καρδιάς ; του μυαλού; του κορμιού;

Ή μήπως το άλλο που σε έπεισε πως μόνο μοναχός σου πρέπει να ταξιδεύεις

ξεχνώντας

πως αν δεν το σφίξεις το χέρι που είναι δίπλα σου θα 'ναι λες κι η ψυχή ποτέ της ταξίδι να μην πήγε
και πως για εισιτήριο δεν έχεις παρά μονάχα τα ποδάρια σου κι όπου αυτά σε βγάλουν, σα θες τη διαδρομή εσύ να την ορίσεις, χλευάζοντας τους όποιους χαρτογράφους….

Πέμπτη, 11 Μαρτίου 2010

αυτή είναι μια χαρούμενη ανάρτηση...

και για όποιον δεν κατάλαβε.... ναι αυτή είναι μια χαρούμενη ανάρτηση.
για την ακρίβεια χαζο-χαρούμενη...
που κάνει πανηγύρι με τον κώλο της....
γιατί; γιατί έτσι... ωχού μωρ' αδερφάκι μου πρέπει καλά και σώνει να υπάρχει λόγος;
πρέπει ε;  καλά καλά μην γκρινιάζεις...
υπάρχει λόγος και μάλιστα όχι ένας αλλά πολλοί.
κοίτα...


...σαν βγω απ΄την πόρτα μου κι οι λακούβες στη μέση του δρόμου ξάφνου μου κλείνουν το μάτι


...σαν περπατώντας πέσω πάνω σε φασαριόζους πιτσιρικάδες


...ή σ' άλλους που είδαν κι απόειδαν απ΄τον θυμό του έρωτα


...σαν συναντήσω και μερικούς που δεν ψάχνουν και κανένα λόγο ιδιαίτερο για να μου φωνάξουν
"ναι ρε σκάω από χαρά, έχεις κανένα πρόβλημα;"



...κι όταν ο ουρανός επιτέλους είπε να μου κάνει το χατήρι και να λάμψει εκεί στο φόντο, αφήνοντας ψίθυρο στοργικό στ' αυτί, πως τα κλαριά μπορεί να φαίνονται ξέρα... μα μέσα τους κρατούνε μυστικά τους χυμούς μας όλους


...όταν οι παπαρούνες παραμένοντας πιστές, θυμήθηκαν και φέτος πως κάτι έχουνε να κάνουν



...κι όταν τέλος απ' το περπάτημα ετούτο εκουράστηκα και βρήκα και παγκάκι ευγενικά και γενναιόδωρα για να με ξεκουράσει


ε...... τότε ναι εγώ θα κάνω πανηγύρι με τον κώλο μου.....

τι πάλι περίεργα με κοιτάς; δεν πείστηκες;

σκασίλα μου. ούτως ή άλλως το πανηγύρι ετούτο έχει χρήση αποκλειστικά ιδιωτική....

βάζω κι εγώ τα χέρια μου στις τσέπες , πιάνω το τραγούδι και συνεχίζω...


Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010

αφήγηση

Βρέθηκα σήμερα να περπατώ στη βροχή.  Τυλιγμένη στο πανωφόρι μου με την κουκούλα σηκωμένη και τα χέρια στις τσέπες.

Στην αρχή έκανα να βιαστώ αλλά μετά άρχισα να χαίρομαι το ψιλόβροχο που μου έβρεχε το πρόσωπο, θυμίζοντάς μου πως η μόνη πραγματικότητα τελικά είναι εκείνη στην οποία εμείς στρέφουμε το βλέμα.

Μια χούφτα στίχοι:

"Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας
Κανεὶς δὲν ξέρει νὰ πεῖ γιατί
Κάποτε νομίζουν πὼς εἶναι οἱ χαμένες ἀγάπες
Σὰν κι αὐτὲς ποὺ μᾶς βασανίζουνε τόσο
Στὴν ἀκροθαλασσιὰ τὸ καλοκαίρι μὲ τὰ γραμμόφωνα

Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι φροντίζουν τὶς δουλειές τους
Ἀτέλειωτα χαρτιὰ παιδιὰ ποὺ μεγαλώνουν
Γυναῖκες ποὺ γερνοῦνε δύσκολα
Αὐτὸς ἔχει δυὸ μάτια σὰν παπαροῦνες
Σὰν ἀνοιξιάτικες κομμένες παπαροῦνες
Καὶ δυὸ βρυσοῦλες στὶς κόχες τῶν ματιῶν

Πηγαίνει μέσα στοὺς δρόμους ποτὲ δὲν πλαγιάζει
Δρασκελώντας μικρὰ τετράγωνα στὴ ράχη τῆς γῆς
Μηχανὴ μιᾶς ἀπέραντης ὀδύνης
Ποὺ κατάντησε νὰ μὴν ἔχει σημασία

Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ μιλᾶ μοναχὸ καθὼς περνοῦσε
Γιὰ σπασμένους καθρέφτες πρὶν ἀπὸ χρόνια
Γιὰ σπασμένες μορφὲς μέσα στοὺς καθρέφτες
Ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συναρμολογήσει πιὰ κανεὶς
Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ λέει γιὰ τὸν ὕπνο
Εἰκόνες φρίκης στὸ κατώφλι τοῦ ὕπνου
Τὰ πρόσωπα ἀνυπόφορα ἀπὸ τὴ στοργή

Τὸν συνηθίσαμε εἶναι καλοβαλμένος κι ἥσυχος
Μονάχα ποὺ πηγαίνει κλαίγοντας ὁλοένα
Σὰν τὶς ἰτιὲς στὴν ἀκροποταμιὰ ποὺ βλέπεις ἀπ᾿ τὸ τρένο
Ξυπνώντας ἄσχημα κάποια συννεφιασμένη αὐγὴ

Τὸν συνηθίσαμε δὲν ἀντιπροσωπεύει τίποτα
Σὰν ὅλα τὰ πράγματα ποὺ ἔχετε συνηθίσει
Καὶ σᾶς μιλῶ γι᾿ αὐτὸν γιατί δὲ βρίσκω τίποτα
Ποὺ νὰ μὴν τὸ συνηθίσατε
Προσκυνῶ"

(Γ.Σεφέρης)

και από ένα παράθυρο ένα τραγουδάκι που σαν χάδι ταξίδεψε στον αέρα.  
Και σαν ευχή...